Φόρτωση Text-to-Speech…
«Αν οι άνθρωποι ήταν άγγελοι, δεν θα χρειάζονταν κυβέρνηση»
ΤΖΕΪΜΣ ΜΑΝΤΙΣΟΝ
Το 1787, από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο, η Συντακτική Συνέλευση συσκεπτόταν στη Φιλαδέλφεια για να αποφασίσει το Σύνταγμα των ΗΠΑ. Στις 17 Σεπτεμβρίου, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, βγαίνοντας από την αίθουσα συσκέψεων, έπεσε επάνω σε ένα πλήθος που ζητούσε να μάθει τι αποφασίστηκε. «Λοιπόν, δόκτορα, τι έχουμε; Δημοκρατία ή μοναρχία;», ρώτησε μια κυρία. «Δημοκρατία, κυρία μου. Αν μπορέσετε να τη διατηρήσετε».
Η απάντηση ήταν στο πνεύμα των Ιδρυτών της Αμερικής: μείγμα αισιοδοξίας, ευθύνης και εποικοδομητικού σκεπτικισμού. Οι Ιδρυτές, άνθρωποι βαθιά καλλιεργημένοι, δεν μας έδωσαν μόνο την πρώτη ρεπουμπλικανική δημοκρατία στη Γη, αλλά διατύπωσαν και τις προϋποθέσεις της ευημερίας της: λαϊκή νομιμοποίηση μέσω εκλογών, θεσμικός σχεδιασμός για την ισορροπημένη άσκηση των εξουσιών, καλλιέργεια της δημόσιας αρετής, υγιής σκεπτικισμός για την ανθρώπινη φύση. Η σοφία τους παραμένει αξεπέραστη.
Η δημοκρατική αυτοκυβέρνηση είναι ένα διαρκές κατόρθωμα. Η λαϊκή νομιμοποίηση είναι αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος η διακυβέρνηση να εκφυλιστεί σε ηγετικό-καθεστωτικό αυταρχισμό ή στην τυραννία της πλειοψηφίας. Τους Ιδρυτές δεν απασχολούσε τόσο η αποτελεσματικότητα (αυτή είναι δική μας έγνοια, σήμερα), όσο η διασφάλιση της ελευθερίας, προκειμένου, σε συνθήκες ισότητας, οι πολίτες να επιδιώκουν την προσωπική ευτυχία.
Στον πυρήνα κάθε πολιτικού προτάγματος βρίσκεται η ανθρωπολογία – αντιλήψεις για την ανθρώπινη φύση. Για τους Ιδρυτές, οι άνθρωποι είναι μεν έλλογα όντα, αλλά τα συμφέροντά τους διαφέρουν, οι αντιλήψεις τους για το ευ ζην αποκλίνουν, ενώ διακατέχονται από τη βούληση για ισχύ – συνασπιζόμενοι σε ομάδες επιδιώκουν την κυριαρχία. Δεν υπάρχει τίποτα το περίεργο σε αυτά: έτσι είναι ο άνθρωπος. Συνυπάρχει ο homo sapiens με τον homo demens.
Με αυτά ως δεδομένα, πώς οργανώνουμε την πολιτική συμβίωση; Οι Ιδρυτές δεν ήταν ούτε ουτοπιστές ούτε κυνικοί. Εμφορούνται από τις αξίες του ιδεαλιστικού πραγματισμού – η κανονιστικότητα δεν αντιμάχεται τον ρεαλισμό. Υπηρετούν ιδανικά, χωρίς να εξιδανικεύουν. Αναγνωρίζουν ότι ακόμη και οι ευγενέστερες αξίες διαστρέφονται ή έχουν παρενέργειες. Η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει, ούτε η αρετή νομοθετείται. Η δημοκρατία, για να παραμείνει ακμαία, χρειάζεται αφενός θεσμικά αντίβαρα, αφετέρου την εγρήγορση των πολιτών.
Για να παραμείνει η δημοκρατία ακμαία, χρειάζεται αφενός θεσμικά αντίβαρα, αφετέρου την εγρήγορση των πολιτών.
Οι εκλογές διασφαλίζουν τη λαϊκή νομιμοποίηση, αλλά ο θεσμικός σχεδιασμός αποτρέπει την κατάχρηση εξουσίας. Ωστόσο, η επιθυμία για κατίσχυση δεν εξαλείφεται. Διηθούμενη από αλληλοελεγχόμενους θεσμούς, χαλιναγωγείται. Το κοινό καλό δεν ορίζεται άνωθεν από έναν υπέρτατο ηγέτη ή ένα «σοφό» κόμμα, αλλά προκύπτει από τις έλλογες επιλογές των πολιτών σε μια ανταγωνιστική εκλογική διαδικασία.
Αν και έλλογα όντα, οι πολίτες είναι επιρρεπείς σε πάθη. Ενίοτε, η πολιτική εμπειρία τους είναι τέτοια που τους δημιουργεί ακραία αρνητικά συναισθήματα (π.χ. φόβος, οργή, μίσος), τα οποία, αν και προωθητικά σε οριακές στιγμές, ενδέχεται να διαστρέψουν την έλλογη κρίση τους σε συνθήκες εκλογικής κανονικότητας. Επιπλέον, η γνώση τους για τα κοινά είναι ελλειμματική και η επιθυμία τους για πολιτική συμμετοχή όχι απαραίτητα υψηλή. Γι’ αυτό η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι προτιμότερη από την άμεση.
Οι αντιπρόσωποι, κατ’ αρχήν, διαβουλεύονται με γνώμονα το γενικό καλό, διαθέτουν πληρέστερη γνώση των θεμάτων και η ευθύνη τους προσωποποιείται. Οπως γράφει ο Μάντισον, οι αντιπρόσωποι «εκλεπτύνουν και διευρύνουν τις απόψεις της κοινής γνώμης». Πρόκειται για μια επισφαλή άσκηση ισορροπίας: αφενός οι αντιπρόσωποι οφείλουν να είναι κοντά στους αντιπροσωπευόμενους, αφετέρου να αίρονται πάνω από αυτούς· να διηθούν τις λαϊκές επιθυμίες από τη θεσμική λογική· να μετατρέπουν την ανεπεξέργαστη «δόξα» (γνώμη) σε έλλογη κρίση. Προς τούτο είναι απαραίτητη η εμπιστοσύνη των πολιτών.
Στη σημερινή δημόσια σφαίρα της ατελεύτητης και αδιαμεσολάβητης επικοινωνίας, οι πολιτικοί αντιπρόσωποι κάνουν τα πάντα για να δείξουν ότι δεν διαφέρουν από τους εκλογείς τους. Η επιτηδευμένη τηλε-οικειότητα που καλλιεργούν υποσκάπτει την παιδαγωγική λειτουργία που εμπεριέχει η σχέση αντιπροσώπευσης. Αν, όμως, οι αντιπρόσωποι απλώς μεταφέρουν τα αισθήματα της κοινής γνώμης, στερούν την πολιτική κοινότητα από τη δέουσα συνθετότητα (τεκμηρίωση, σύνθεση, tradeoffs, μεγάλη εικόνα, μακρύς χρόνος) για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των συλλογικών προβλημάτων.
Οι θεσμοί λειτουργούν καλά όταν οι ταγοί συμπεριφέρονται ενάρετα (κυρίως με εντιμότητα, προσήλωση στο κοινό καλό, αυτοπεριορισμό). Η κατοχή αρετής και ταλέντου δημιουργεί τη «φυσική αριστοκρατία», γράφει ο Τζέφερσον, χωρίς την οποία η δημοκρατία δεν ευημερεί. Αν η ηθική της αρετής, ερειδόμενη, σύμφωνα με τα τότε πρότυπα, σε χριστιανικές αξίες (ή, σήμερα, στην κοσμική εκδοχή τους), ατονήσει, η συνετή αυτοκυβέρνηση αποτυγχάνει.
Οι δημόσιες αρετές καλλιεργούνται στην πολιτική κοινότητα. Αν, όμως, σε αυτήν κυριαρχήσει η άμετρη συγκρουσιακότητα, οι έννοιες διαστρέφονται, τα αρνητικά συναισθήματα ενισχύονται και οι αρετές απαξιώνονται. Το ενδιαφέρον, τότε, για την αλήθεια, την ορθολογική διαβούλευση και την αλληλοκατανόηση μειώνεται, χάριν της κατίσχυσης. Ο πολιτικός ανταγωνισμός εκφυλίζεται.
Οι Ιδρυτές γνώριζαν ότι, σε τελική ανάλυση, δεν υπάρχουν αλεξίσφαιρα πολιτικά-θεσμικά συστήματα: όλα εξαρτώνται από την ποιότητα των ανθρώπων που τα υπηρετούν. Ενας διεφθαρμένος, χυδαίος και ανισόρροπος πρόεδρος, επικουρούμενος από ένα κόμμα συμφεροντολόγων οσφυοκαμπτών, μπορεί να σπάσει το εύθραυστο βάζο της δημοκρατίας. Ευτυχώς οι Ιδρυτές δεν έζησαν να το δουν.
*Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και ερευνητής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Warwick.