Φιλτράροντας τις διαδικτυακές ιατρικές συμβουλές

Δεν είστε σίγουροι τι είδους έντομο σας τσίμπησε ή τι προκάλεσε το εξάνθημα; Iσως το Google, το ChatGPT ή τα σόσιαλ μίντια να έχουν την απάντηση. Με αυτή τη σκέψη, όλο και περισσότεροι στρέφονται προς τα εκεί για πληροφορίες σχετικά με την υγεία, τα συμπτώματα ασθενειών ή για να βρουν μια διάγνωση ή θεραπεία.

Η δρ Λεάνα Γουέν, γιατρός επειγόντων περιστατικών και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσιγκτον, αναγνωρίζει ότι οι λόγοι για τους οποίους οι άνθρωποι στρέφονται στα σόσιαλ μίντια και στο Διαδίκτυο για τέτοιου είδους πληροφορίες είναι πολλοί και κατανοητοί. Oπως αναφέρει στο CNN, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι γρήγορα, δωρεάν και διαθέσιμα οποιαδήποτε ώρα. Ορισμένες πλατφόρμες προσφέρουν σύντομα, κατανοητά βίντεο ή γραφικά που μπορούν να εξηγήσουν περίπλοκα ιατρικά θέματα. Επιπλέον, το να ακούει κανείς την εμπειρία ατόμων με την ίδια διάγνωση ή θεραπεία είναι ίσως καθησυχαστικό με τρόπο που ένα εγχειρίδιο ή ένας ιατρικός ιστότοπος δεν μπορεί να προσφέρει, σημειώνει.

Στις ΗΠΑ, περισσότεροι από έναν στους πέντε ενηλίκους που χρησιμοποιούν μέσα κοινωνικής δικτύωσης ανέφεραν ότι λαμβάνουν αποφάσεις για την υγεία τους με βάση τις πληροφορίες που συνάντησαν σε αυτά, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 30 Ιουνίου στην επιστημονική επιθεώρηση JAMA. Ωστόσο, το Διαδίκτυο δεν είναι γιατρός. Σύμφωνα με τη Γουέν, υπάρχουν βήματα που μπορούμε να ακολουθήσουμε ώστε να αξιολογήσουμε τις πληροφορίες για την υγεία που διαβάζουμε online.

Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι ποιος παρέχει αυτές τις πληροφορίες. Είναι η πηγή κάποιος γιατρός, κάποιος επιστήμονας, ένα ακαδημαϊκό ιατρικό κέντρο, μια κυβερνητική υπηρεσία δημόσιας υγείας ή μια οργάνωση; Ακόμα και αν πρόκειται για ένα αξιόπιστο άτομο που παρέχει συμβουλές υγείας, αξίζει να αναρωτηθούμε αν υποστηρίζονται από επιστημονικά στοιχεία και όχι μόνο από την προσωπική γνώμη.

Επιπροσθέτως, περιεχόμενο που υπόσχεται «γρήγορες λύσεις» χρήζει πρόσθετης προσοχής. Αν κάτι ακούγεται πολύ καλό για να είναι αληθινό, πιθανότατα δεν είναι αληθινό, γράφει το CNN. Η Γουέν συνιστά ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα αν κάποιος προσπαθεί να πουλήσει ένα συμπλήρωμα, μια συσκευή ή μια θεραπεία στο Διαδίκτυο. «Η ιατρική σπάνια είναι απόλυτη, επομένως θα ήμουν επίσης επιφυλακτική με άτομα που μιλούν με βεβαιότητα ή ισχυρίζονται ότι όλοι οι άλλοι κάνουν λάθος», τονίζει η ίδια.

Επαλήθευση

Κυρίως, πριν ενεργήσετε με βάση ό,τι έχετε διαβάσει, επαληθεύστε τις σημαντικές πληροφορίες. «Κάντε τη δική σας έρευνα για να διαπιστώσετε αν πολλοί αξιόπιστοι οργανισμοί, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, κάνουν παρόμοιες συστάσεις. Εάν οι πληροφορίες σάς οδηγούν στο να αρχίσετε να παίρνετε ένα νέο φάρμακο, να διακόψετε μια συνταγογραφούμενη θεραπεία ή να αγοράσετε ένα προϊόν online, φροντίστε να το συζητήσετε πρώτα με τον προσωπικό σας γιατρό», υπογραμμίζει η Γουέν.

Η χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και της ΑΙ για πληροφορίες που αφορούν την υγεία είναι πλέον εξαιρετικά διαδεδομένη. Οπως με κάθε εργαλείο, όμως, οι άνθρωποι θα πρέπει να κατανοούν τους περιορισμούς και να τα χρησιμοποιούν με σύνεση. «Η χρήση τους είναι καλό να γίνεται ώστε να μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε ιατρικές έννοιες και να μάθουμε από τις εμπειρίες των άλλων. Αλλά όταν πρόκειται για αποφάσεις σχετικά με τη διάγνωση ή τη θεραπεία, θα πρέπει να βασιστείτε σε συζητήσεις με εξειδικευμένους επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι μπορούν να προσαρμόσουν τη θεραπεία στις ατομικές σας ιατρικές περιστάσεις», σύμφωνα με τη Γουέν.

Ενα άλλο ζήτημα είναι ότι οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης έχουν σχεδιαστεί για να μεγιστοποιούν την αλληλεπίδραση, ενώ οι αλγόριθμοί τους μπορούν να γίνουν «μηχανές» παραπληροφόρησης. Οι αναρτήσεις που είναι συναισθηματικές ή αμφιλεγόμενες συγκεντρώνουν συχνά περισσότερα likes και απαντήσεις από ό,τι οι επιστημονικές εξηγήσεις, ενώ οι ανακριβείς ισχυρισμοί αρχίζουν να φαίνονται πιο αξιόπιστοι όταν τους συναντούμε επανειλημμένως. Επιπλέον, ορισμένοι δημιουργοί, ανάμεσά τους και ορισμένοι ιατρικοί πάροχοι, ενδέχεται να πληρώνονται για να προωθήσουν συγκεκριμένα προϊόντα, γράφει το CNN.