Φόρτωση Text-to-Speech…
«Φαντάσου να είσαι μόνη στο σπίτι, σ’ έναν χώρο απολύτως οικείο και προσωπικό και μέσα σε 20 λεπτά να μπαίνουν μέσα στο σαλόνι εκατοντάδες άνθρωποι. Ακόμα κι όταν ξέρεις ότι αυτό πρόκειται να συμβεί, είναι κάτι που δεν μπορείς να συνηθίσεις. Αυτή η μετάβαση από το ατομικό στο συλλογικό, από την οικειότητα στη δημόσια έκθεση διατηρεί τη δύναμή της», εξηγούσε η Μαρλέν Μοντέιρο Φρέιτας, η χορογράφος και χορεύτρια από το Πράσινο Ακρωτήρι, λίγες μόλις εβδομάδες πριν παρουσιάσει στο κοινό της Καλαμάτας το «Guintche».
Η Μαρλέν Μοντέιρο Φρέιτας στο «Guintche» μεταμορφωνόταν αδιάκοπα σαν να μην μπορούσε το σώμα της να κατασταλάξει σε μία μόνο ταυτότητα.
Στο σόλο που δημιούργησε το 2010 και που παρακολουθήσαμε την περασμένη Πέμπτη (η «Κ» βρέθηκε στο φεστιβάλ μεταξύ 23 και 26 Ιουλίου) μεταμορφωνόταν αδιάκοπα επί 60 λεπτά σαν να μην μπορούσε το σώμα της να κατασταλάξει σε μία μόνο ταυτότητα. Μας υποδέχθηκε με μια ρόμπα πυγμάχου, περνούσε ανάμεσα στον κόσμο, αγκαλιαζόταν με κάποιους, έσφιγγε το χέρι σε άλλους και όταν κάθισαν όλοι, πέταξε τη ρόμπα και μπήκε στην παλαίστρα. Μας κοιτούσε με μάτια έκπληκτα, γουρλωμένα – σχεδόν σαν να μην περίμενε να μας βρει απέναντί της.

Στη συνέχεια, με πρόσωπο σχεδόν παραμορφωμένο από τις έντονες εκφράσεις άρχισε να χορεύει επαναλαμβάνοντας την ίδια κίνηση. Εδειχνε σαν να μην μπορεί να εμποδίσει τις διαρκείς μεταμορφώσεις: πότε έμοιαζε με πουλί πότε με πόρνη και στο τέλος έχοντας απαλλαχθεί από κάθε φτιασίδι, επέστρεψε στον εαυτό της παιδικής της ηλικίας και συστήθηκε ως αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής. Δεν ήταν δύσκολο να σκεφτεί κανείς γιατί το «Guintche» εντάχθηκε στο πρόγραμμα του 32ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, καθώς η ανθρώπινη αστάθεια και η αβεβαιότητα, έννοιες τις οποίες έθετε στο επίκεντρο η φετινή διοργάνωση, είναι ακριβώς τα πεδία στα οποία κινείται η βραβευμένη με Αργυρό Λέοντα χορογράφος.
Ακολούθησε το «Maldonne» της Λεϊλά Κα, μιας από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της νέας γενιάς του γαλλικού χορού. Ο τίτλος, που παραπέμπει τόσο στο «λάθος μοίρασμα» των χαρτιών όσο και ηχητικά στη Madonna, συμπύκνωνε την ιδέα μιας παράστασης που αναμετριόταν με τους έμφυλους ρόλους και τις ανισότητες. Πέντε γυναίκες μετέτρεπαν διαρκώς τα πολύχρωμα φουστάνια τους σε προέκταση του σώματός τους: τα εκτόξευαν σαν μαστίγια, τα χειρίζονταν σαν φαλλικά σύμβολα, τα έκρυβαν στον κόρφο τους σαν να κυοφορούσαν, περνώντας διαδοχικά από την απελπισία, στην οργή, την αλληλεγγύη και τη διεκδίκηση της αυτονομίας.
Στο «Τhe artist at work: A User’s Manual» ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου αποδόμησε με αυτοσαρκασμό και χιούμορ τους μύθους γύρω από τη δημιουργία.
Από τις πιο απολαυστικές στιγμές του φεστιβάλ ήταν και το «Τhe artist at work: A User’s Manual» του Κωνσταντίνου Παπανικολάου. Με αυτοσαρκασμό και αιχμηρό χιούμορ αποδόμησε τους μύθους γύρω από τη χορογραφική δημιουργία, παρατηρώντας ότι η χιλιοειπωμένη φράση «ο χορός είναι μια παγκόσμια γλώσσα που όλοι καταλαβαίνουν» σημαίνει στην πραγματικότητα πως «ο χορός είναι μια παγκόσμια γλώσσα επειδή δεν την καταλαβαίνει κανείς». Μέσα από προσωπικές εμπειρίες, οδηγίες χρήσης και αναφορές στην πραγματικότητα της παραγωγής, αποκάλυψε τις αόρατες συμβάσεις που διέπουν τον χώρο του σύγχρονου χορού, σατιρίζοντας τις επιταγές της αγοράς, τις απαιτήσεις των φεστιβάλ και την αγωνία των καλλιτεχνών να παραμένουν «επίκαιροι».

Ξεχώρισε επίσης το «Lunar Seaga» του Αντώνη Βαή, το οποίο διερευνούσε τα όρια ανάμεσα στο οικείο και το ανοίκειο. Το πιο εντυπωσιακό εύρημα της παράστασης ήταν ένα σώμα εγκλωβισμένο μέσα σε φύλλο αλουμινίου (foil). Καθώς δύο χορευτές διοχέτευαν αέρα με πιεστικά, το άψυχο υλικό έμοιαζε να αποκτά ανθρώπινη μορφή, να ανασαίνει και να κινείται αυτόνομα. Από τις παραστάσεις που συνέχισαν να «προβάλλονται» στο μυαλό μου ημέρες μετά τη λήξη του φεστιβάλ ήταν και το «Μοuntains» σε χορογραφία της Μαίρης Ράντου και ερμηνεία της Ευαγγελίας Ράντου – και ας δυσφόρησα αρχικά με τη διάρκεια. Το έργο που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της Μπιενάλε της Βενετίας το 2025, απαιτούσε τη συγκέντρωση και τον χρόνο σου. Στη σκηνή, η Ευαγγελία Ράντου κινούνταν ανάμεσα σε διάσπαρτες πέτρες, τις αγκάλιαζε, ξάπλωνε πάνω τους, τις μετέφερε, τις στοίβαζε, προσπαθούσε να τους αλλάξει το σχήμα, να τις υποτάξει.
Στο τέλος η φράση «προσπάθησα να μετακινήσω τα δικά μου βουνά» ίσως και να μην ήταν απαραίτητη. Ποιος δεν παρομοιάζει τις πέτρες, με βάρη, αγκυλώσεις, φόβους και εμπόδια;
Ο λόγος χρησιμοποιήθηκε και σε άλλες παραστάσεις του φεστιβάλ, χωρίς να λειτουργεί εις βάρος της κίνησης. Στο «Τόσαις φοραίς τόσο κοντά να είμαι» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, τέσσερα ποιήματα του Κ.Π. Καβάφη, μελοποιημένα από τον Γιώργο Κουμεντάκη, συνομιλούσαν οργανικά με τις τρεις διαφορετικές χορογραφικές γραφές της Πατρίσιας Απέργη, του Ηλία Χατζηγεωργίου και της Εύας Γεωργιτσοπούλου, συνθέτοντας ένα ενιαίο έργο. Στο «Superstar» της Ιωάννας Πορτόλου και της ομάδας χορού Griffon, αντίστοιχα, ο λόγος λειτουργούσε ως προέκταση της χορογραφίας, φωτίζοντας ζητήματα όπως η έκθεση, η φιλοδοξία και τα προσωπικά όρια. Στο «Ποια είναι τα σώματα της εποχής μας» της Ιριδας Καραγιάν, όμως, η εκτεταμένη χρήση του έμοιαζε να υπονομεύει τη δύναμη της ίδιας της χορευτικής γλώσσας. Αν το σώμα ξέρει καλύτερα και μπορεί να εκφράσει με τόση ακρίβεια τις αβεβαιότητες και τους φόβους της εποχής μας, γιατί χρειάζονται οι λέξεις για να εξηγούν;